Η κύηση που συνεχίζεται όμως δεν εξελίσσεται φυσιολογικά και διακόπτεται αυτόματα πριν την 20η εβδομάδα ονομάζεται παλίνδρομη και έχει ως αποτέλεσμα την παλίνδρομη αποβολή. Σε πολλές περιπτώσεις ενδέχεται η γυναίκα να μην αντιληφθεί ακριβώς την επιπλοκή που υφίσταται η εγκυμοσύνη της, καθώς δεν εκδηλώνονται τα τυπικά συμπτώματα αποβολής, (κολπική αιμορραγία, πόνος κλπ).
Πότε εμφανίζεται συνήθως η παλίνδρομη κύηση;
Ας πάρουμε όμως τα στάδια από την αρχή. Από την πρώτη στιγμή που αρχίζει να παράγεται η ορμόνη της κύησης, η β-χοριακή γοναδοτροπίνη (β- hCG), αρχίζουν και οι πρώτες αλλαγές στο γυναικείο σώμα. Ο κίνδυνος για επιπλοκές όπως εκείνη μίας παλίνδρομης κύησης αυξάνεται μεταξύ της 5ης και της 7ης εβδομάδας και ελαττώνεται σταδιακά μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου. Στην περίπτωση της παλίνδρομης κύησης, ο αμνιακός σάκος μπορεί να είναι κενός (ανεμβρυονικός σάκκος – blighted ovum) ή το έμβρυο να μην καταφέρει να ζήσει πέραν των πρώτων 20 εβδομάδων της κύησης. Ταυτόχρονα, μπορεί η λειτουργία του πλακούντα να συνεχίσει για μικρό διάστημα. Δεν υπάρχει συνήθως κολπική αιμορραγία ή άλγος και τα συμπτώματα της εγκυμοσύνης σταματούν. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση που μία γυναίκα παρουσιάσει πάνω από 3 παλίνδρομες αποβολές (καθ’ έξιν αποβολές) τότε υπάρχουν λόγοι ανησυχίας και είναι σημαντικό να το συζητήσει με τον γιατρό που την παρακολουθεί ώστε να την κατευθύνει.
Ποιές είναι οι αιτίες που μπορεί να επιφέρουν παλίνδρομη κύηση;
Ο βασικότερος λόγος είναι οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες, οι οποίες κάνουν τα έμβρυα μη βιώσιμα. Γι’ αυτό και οι περισσότερες τέτοιες περιπτώσεις αφορούν γυναίκες άνω των 36 ετών. Στις γυναίκες κάτω των 25 ετών το ποσοστό είναι αισθητά μικρότερο, οπότε βλέπουμε ότι και η ηλικία της γυναίκας αποτελεί σημαντικό παράγοντα. Άλλα αίτια μπορεί να βασίζονται σε ορμονικές δυσλειτουργίες (υπερθυρεοειδισμό, υποθυρεοειδισμό, σακχαρώδη διαβήτη, θρομβοφιλία, αυτοάνοσα νοσήματα, λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, ανατομικά θέματα στην περιοχή). Επιπλέον, η κατανάλωση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών από τη μητέρα, το κάπνισμα και η παχυσαρκία αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για μία ομαλά εξελισσόμενη κύηση.
Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για παλίνδρομη κύηση στο 2ο τρίμηνο
Οι πιθανότητες αποβολής μπορεί να μειώνονται σημαντικά μετά το πέρας του πρώτου τριμήνου κύησης, ωστόσο δεν εξαλείφονται εντελώς. Είναι πολύ σημαντικό να ακολουθείτε τις οδηγίες του γιατρού σας καθόλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς παράγοντες όπως χρόνια προβλήματα υγείας, μολύνσεις, τροφικές δηλητηριάσεις και η ενδεχόμενη ανεπάρκεια τραχήλου της μήτρας, μπορεί να έχουν σοβαρή επίπτωση στην ανάπτυξη του εμβρύου.
Πώς γίνεται η διάγνωση της παλίνδρομης κύησης;
Με δύο πολύ απλές εξετάσεις που θα πρέπει να δρομολογήσετε όταν σας πει ο γιατρός σας:
- Εξετάσεις αίματος. Σε περίπτωση που τα επίπεδα της Χoριακής Γοναδοτροπίνης (β-HCG) δεν έχουν αυξηθεί ως είθισται τότε όντως υπάρχει λόγος ανησυχίας.
- Κολπικός υπέρηχος. Είναι πολύ σημαντικό να εντοπίζεται έμβρυο ή καρδιακός παλμός στη συγκεκριμένη εξέταση. Εάν όχι τότε αρκεί ως ένδειξη για να διαπιστωθεί μία παλίνδρομη κύηση. Αν τα αποτελέσματα κρίνει ο γιατρός ότι ήταν οριακά, πιθανότητα να χρειάζεται να επαναληφθεί η διαδικασία.
Τι θα πρέπει να κάνετε σε περίπτωση αποβολής
Μία αποβολή πολύ συχνά συνοδεύεται από τη διαδικασία της απόξεσης της μήτρας. Μερικές φορές μετά από μία παλίνδρομη κύηση, παραμένουν ιστοί στην κοιλότητα της μήτρας, ο οποίοι πρέπει να αφαιρεθούν, προκειμένου να εκκενωθεί η περιοχή. Η απόξεση αποφασίζεται από τον γιατρό, όταν η κύηση είναι μη βιώσιμη και η αποβολή δεν έχει γίνει φυσικά (ατελής αποβολή). Προτείνεται πάντοτε η επανεξέταση της γυναίκας σε λιγότερο από έναν μήνα μετά την επέμβαση ώστε να ελεγχθεί και πάλι η κοιλότητα της μήτρας με υπέρηχο. Μία μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών μετά από παλίνδρομη αποβολή, έχει στο μέλλον μία υγιή κύηση. Επομένως λάβετε υπ’ όψιν ότι η παλίνδρομη κύηση είναι ένα σχετικά συχνό ενδεχόμενο και άρα συνεχίστε τις προσπάθειές σας εάν αυτό που επιθυμείτε είναι ένα παιδί.