Από τις πρώτες συμβουλές που δίνει ένας γυναικολόγος σε μία υπέρβαρη ή παχύσαρκη γυναίκα η οποία θέλει να μείνει έγκυος, είναι ότι θα πρέπει να ξεκινήσει ρυθμίζοντας το βάρος της. Το αυξημένο βάρος και η παχυσαρκία μπορούν να μειώσουν τις πιθανότητες μιας γυναίκας να μείνει έγκυος, ακόμη και εάν επιλέξει την οδό της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Πιο συγκεκριμένα, αρκετές μελέτες έχουν αποδείξει ότι το αυξημένο βάρος μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες σύλληψης, καθώς προκαλεί διαταραχές στην ωορρηξία και επηρεάζει σε αρκετές περιπτώσεις την ποιότητα των ωαρίων.

Τι μας δείχνουν τα στοιχεία που έχουμε μέχρι σήμερα;

Επιδημιολογικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η παχυσαρκία είναι η βασική αιτία για το 6% της υπογονιμότητας σε γυναίκες οι οποίες δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν εγκυμοσύνη ή διακοπή εγκυμοσύνης (θεμιτή ή αθέμιτη). Αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις, περίπου 7 στις 10 γυναίκες, εάν το βάρος τους επανέλθει στο φυσιολογικό, αποκαθίσταται και η γονιμότητά τους. Μερικά από τα προβλήματα που μπορεί να αυξήσουν υπερβολικά το βάρος μιας γυναίκας που επιδιώκει να κάνει παιδί είναι τα εξής:

  • η αύξηση της ανδροστενεδιόνης
  • τα ανεβασμένα οιστρογόνα
  • οι μεταβολές στον υποθάλαμο και την υπόφυση
  • ο ακανόνιστος κύκλος περιόδου.

Πώς καταλαβαίνουμε το πρόβλημα

Ένα ποσοστό 40-50% των παχύσαρκων γυναικών, παρουσιάζουν σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Πρόκειται για υπέρβαρες γυναίκες, με έμμηνο κύκλο ο οποίος είναι πάντα καθυστερημένος (ολιγομηνόρροια) ή απουσιάζει εντελώς (αμηνόρροια). Αυτές οι γυναίκες θα πρέπει να προχωρήσουν σε:

  • υπερηχογραφική εξέταση των ωοθηκών, στην οποία μπορεί να φανεί η παρουσία πολυάριθμων, μικρών ωοθηκικών κύστεων. Οι κύστεις αυτές δεν είναι άλλο από ωοθυλάκια, τα οποία προϋπάρχουν στις ωοθήκες (αλλά αναπτύσσεται ένα κάθε μήνα μέχρι την ωορρηξία) και συνεχίζουν να παράγουν οιστρογόνα με συνεχή και μη κυκλικό τρόπο, εμποδίζοντας τη φυσιολογική ωορρηξία και εμμηνόρροια.
  • αιματοχημικό έλεγχο, ο οποίος μπορεί να δείξει ενδεχόμενες ορμονικές μεταβολές (τόσο για τις ορμόνες που παράγονται από τις ωοθήκες όσο και για εκείνες που παράγονται από την υπόφυση), αλλά και μεταβολές στο μεταβολισμό του σακχάρου (με κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη).

Επομένως, είναι πολύ σημαντικό όσες γυναίκες δεν μπορούν να μείνουν έγκυες και έχουν προβλήματα βάρους, προτού υποβληθούν σε θεραπεία υπογονιμότητας, να προσπαθήσουν να επανέλθουν στο φυσιολογικό και υγιές τους βάρος. Αυτό είναι συνήθως αρκετό προκειμένου να επιτύχουν το στόχο της μητρότητας, χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο τις ίδιες ή το μωρό τους.