Κλείνοντας σχεδόν έναν χρόνο από την έναρξη της πανδημίας του κορωνοϊού, διαπιστώνεται ότι τα επιδημιολογικά στοιχεία της νόσου αλλάζουν δυναμικά μέσα στην κοινότητα με αποτέλεσμα να επαναπροσδιορίζονται οι κατευθυντήριες οδηγίες που συστήνονται στον πληθυσμό.
Πρόσφατα δεδομένα από την κλινική παρατήρηση του COVID 19, δείχνουν ότι ενώ στο γενικό πληθυσμό οι σοβαρές επιπλοκές για όσους νοσούν είναι πολύ σπάνιες, οι έγκυες με COVID 19 έχουν αυξημένο κίνδυνο να νοσήσουν βαριά, με εισαγωγή στη ΜΕΘ, μηχανική υποστήριξη αναπνοής και σπανιότερα να καταλήξουν ως και το θάνατο, σε σύγκριση με μη έγκυες γυναίκες της ίδιας ηλικίας. Επίσης, διατρέχουν και αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών στην εγκυμοσύνη καθώς και κίνδυνο προωρότητας, σε σχέση με τις υγιείς εγκύους.
Αυτή την πληροφορία εξέδωσε στα μέσα του Φλεβάρη 2021 το Κεντρο Ελέγχου Λοιμώξεων (CDC) και η Ανεξάρτητη Αρχή Εμβολιασμών των ΗΠΑ, θέτοντας στη διάθεση του κοινού μια σειρά πληροφοριών που μπορεί να βοηθήσει τις εγκύους στην απόφασή τους να κάνουν το εμβόλιο κατά του κορονοϊού ή όχι.
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν λίγα στοιχεία για την ασφάλεια του εμβολίου στην εγκυμοσύνη. Κι αυτό διότι ακόμη δεν έχουν ολοκληρωθεί οι κλινικές δοκιμές του εμβολίου σε εγκύους. Από την άλλη πλευρά, οι μέχρι τώρα μελέτες που έγιναν για την τοξικότητα του εμβολίου σε ζώα, δεν έδειξαν ανησυχητικά αποτελέσματα ούτε στην ανάπτυξη, αλλά ούτε και στην αναπαραγωγή τους. Ωστόσο είναι θέμα χρόνου να ολοκληρωθούν τα στατιστικά στοιχεία για την ασφάλεια του εμβολίου και στις εγκύους, καθώς την περίοδο αυτή όμως όλοι οι κατασκευαστές διεξάγουν κλινικές δοκιμές και σε αυτές συμπεριλαμβάνουν και την παρακολούθηση εγκύων.
Τα εμβόλια του COVID 19 δεν περιέχουν ζωντανό τον ιό που προκαλεί την ασθένεια και επομένως δεν μπορούν να τον μεταδώσουν. Επιπλέον, όπως όλα τα εμβόλια mRNA, δεν αλληλοεπιδρούν με το DNA του ανθρώπου επειδή το mRNA δεν εισέρχεται στον πυρήνα του κυττάρου και επομένως τα κύτταρα το διασπούν γρήγορα. Με βάση τον τρόπο λειτουργίας των εμβολίων mRNA, οι ειδικοί πιστεύουν πως είναι απίθανο να ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος από τη χορήγηση του εμβολίου στην εγκυμοσύνη. Ωστόσο οι πραγματικοί κίνδυνοι των mRNA εμβολίων τόσο για την έγκυο όσο και για το έμβρυο, αν υπάρχουν, δεν είναι ακόμη γνωστοί επειδή δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί οι έρευνες σε ικανοποιητικό αριθμό εγκύων.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες του Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων (CDC) προτείνουν τον εμβολιασμό σε συγκεκριμένες ομάδες υψηλού κινδύνου έτσι όπως ορίζονται από το κάθε κράτος (στην Ελλάδα όπως ορίστηκαν από το ΦΕΚ B’ 4011/18.09.2020). Έγκυες που ανήκουν σε κάποια από τις ευπαθείς ομάδες, καλούνται να εμβολιαστούν και μπορούν οικειοθελώς να αποφασίσουν αν επιθυμούν να κάνουν το εμβόλιο ή όχι. Και βέβαια, οι έγκυες που αποφασίζουν να εμβολιαστούν θα πρέπει να συνεχίσουν να τηρούν όλες τις οδηγίες πρόληψης για την εξάπλωση του ιού ακόμη και μετά τον εμβολιασμό τους (μάσκα, αποστάσεις, πλύσιμο χεριών κλπ.).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανιστούν από τον εμβολιασμό, ειδικά μετά την δεύτερη δόση, δεν αναμένονται να είναι διαφορετικές στις εγκύους, από εκείνες που εμφανίζονται στο γενικό πληθυσμό (π.χ. πυρετός, πόνος στο σημείο της ένεσης, αλλεργική αντίδραση κ.α.).
Εμβολιασμός για Κορωνοϊό στο θηλασμό;
Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ασφάλεια των εμβολίων του κορονοϊού σε θηλάζουσες μητέρες ούτε και στοιχεία για τις επιδράσεις των mRNA εμβολίων στο θηλάζον βρέφος όσον αφορά στην παραγωγή και απέκκριση του γάλατος. Παρόλ’ αυτά, τα mRNA εμβόλια δε φαίνεται να αποτελούν κίνδυνο για το βρέφος που θηλάζει. Μητέρες που θηλάζουν και ταυτόχρονα εμπίπτουν σε ομάδα υψηλού κινδύνου στην οποία συστήνεται το εμβόλιο (π.χ. υγειονομικό προσωπικό) μπορούν οι ίδιες να επιλέξουν αν επιθυμούν να εμβολιαστούν ή όχι.