8 στις 100 έγκυες γυναίκες αναπτύσσουν διαβήτη κύησης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους. Τι πρέπει να γνωρίζετε και πώς μπορείτε να προλάβετε τις συνέπειες.
Ο διαβήτης κύησης είναι μια συγκεκριμένη μορφή διαβήτη που όπως προδίδει το όνομά του, εμφανίζεται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης -συνήθως στο δεύτερο τρίμηνο-, σε γυναίκες χωρίς απαραίτητα προηγούμενο ατομικό ιστορικό. Η άμεση αντιμετώπισή του κρίνεται απαραίτητη τόσο για την ίδια τη μητέρα όσο και το μωρό της.
Που οφείλεται
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδίως κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, παρατηρείται απώλεια της αποτελεσματικότητας της ινσουλίνης, της ορμόνης που ρυθμίζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Αυτή η απώλεια αποτελεσματικότητας συνδέεται εν μέρει με τις ορμόνες που παράγονται από τον πλακούντα. Έτσι, ενώ στις περισσότερες έγκυες γυναίκες, το πάγκρεας παράγει φυσιολογικά περισσότερη ινσουλίνη για να αντιμετωπίσει αυτό το φαινόμενο, στην περίπτωση του διαβήτη κύησης, το πάγκρεας δεν μπορεί να συμβαδίσει: αναπτύσσεται αντίσταση στην ινσουλίνη (αυτό σημαίνει ότι τα κύτταρα του σώματος γίνονται ανθεκτικά στην ινσουλίνη, η οποία δεν μπορεί πλέον να κάνει το σάκχαρο να διεισδύσει στα όργανα που το χρειάζονται) και στη συνέχεια χρόνια υπεργλυκαιμία (δηλαδή διαρκή υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα). Αυτός είναι ο διαβήτης κύησης. Ας δούμε όμως ποιες είναι οι συνέπειές του σε μητέρα και μωρό:
Για τη μητέρα
- Πρόωρος τοκετός.
- Δυστοκία, δηλ. δύσκολος φυσιολογικός τοκετός λόγω του μεγάλου μεγέθους του νεογνού και συνήθως ανάγκη για τοκετό με καισαρική τομή για αποφυγή τραυματισμού του νεογνού.
- Αιμορραγία με μεγάλη απώλεια αίματος της μητέρας κατά τη διάρκεια του τοκετού.
- Προεκλαμψία, λόγω αυξημένης αρτηριακής πίεσης και κυκλοφορικών διαταραχών κατά τη διάρκεια της κύησης.
- Αυξημένος κίνδυνος για την ανάπτυξη διαβήτη σε μεγαλύτερη ηλικία.
Για το μωρό
- Μεγάλη αύξηση του βάρους του. Μπορεί η γλυκόζη να περνά ελεύθερα τον πλακούντα, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με την ινσουλίνη της μητέρας. Έτσι, το έμβρυο αναγκάζεται να αυξήσει την δική του παραγωγή ινσουλίνης, γεγονός που οδηγεί στην αυξημένη πρόσληψη βάρους και την εναπόθεση λίπους. Αυτό έχει σαν συνέπεια το έμβρυο να υπερβεί τα φυσιολογικά όρια βάρους και να χαρακτηριστεί είτε ως «μεγάλο» έμβρυο για την ηλικία κύησης, είτε μακροσωμικό νεογνό (με περισσότερα από 4 κιλά βάρος τοκετού). Είναι αποδεδειγμένο ότι τα επίπεδα σακχάρου της μητέρας έχουν άμεση σχέση με το βάρος του νεογνού.
- Υπογλυκαιμία του νεογέννητου: κατά τη γέννηση, το μωρό έχει ασυνήθιστα χαμηλό επίπεδο σακχάρου στο αίμα (σάκχαρο), λόγω της υπερπαραγωγής ινσουλίνης από το πάγκρεας.
- Ίκτερος και αναπνευστική δυσκολία, καρδιομυοπάθεια, χαμηλό ασβέστιο και μαγνήσιο αν ο διαβήτης είναι ανεξέλεγκτος.
- Αυξημένη συχνότητα εμβρυικού θανάτου.
- Αυξημένος κίνδυνος για παιδική και εφηβική παχυσαρκία και εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 στην ενήλικη ζωή.
Πόσο συχνά εμφανίζεται
Ο διαβήτης κύησης επηρεάζει περίπου το 8% των εγκύων γυναικών, αλλά καθώς σπάνια δίνει σύμπτωμα, σκόπιμο είναι κάθε γυναίκα να ελέγχει το σάκχαρό της μόλις επιβεβαιωθεί η εγκυμοσύνη. Αν το σάκχαρο είναι φυσιολογικό στο πρώτο τρίμηνο, ο επόμενος έλεγχος πραγματοποιείται μεταξύ της 24ης και 28ης εβδομάδας της κύησης. Ο έλεγχος με τον οποίο γίνεται η μέτρηση λέγεται «καμπύλη σακχάρου και αφορά στην μέτρηση του σακχάρου πριν και μετά την κατανάλωση ενός υγρού με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη. Συνήθως χορηγούνται 75 γραμμάρια γλυκόζης και η μέτρηση γίνεται πριν τη χορήγηση, σε μία και σε δύο ώρες μετά.
Σε γυναίκες παχύσαρκες, με διαβήτη κύησης σε προηγούμενη εγκυμοσύνη ή με οικογενειακό ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, η «καμπύλη σακχάρου» θα πρέπει να γίνεται από τη 12η εβδομάδα κύησης.
Ποιες γυναίκες είναι υποψήφιες
Οι παράγοντες κινδύνου για τον διαβήτη κύησης είναι πλέον γνωστοί σε γυναίκες:
- υπέρβαρες και παχύσαρκες (όταν ο δείκτης μάζας σώματος -ΔΜΣ, υπερβαίνει το 25)
- με υπερβολική αύξηση βάρους κατά τη διάρκεια της κύησης,
- έγκυες άνω των 35 ετών,
- με οικογενειακό ιστορικό διαβήτη (αδέρφια ή γονείς με διαβήτη τύπου 1 ή 2),
- με ιστορικό προηγούμενης κύησης με διαβήτη,
- με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS),
- με ιστορικό αποβολών,
- με ιστορικό κύησης μωρού που ζύγιζε πάνω από 4 κιλά κατά τη γέννηση,
- με ιστορικό προηγούμενου ενδομήτριου θάνατου εμβρύου,
- με υψηλή αρτηριακή πίεση (υπέρταση) ειδικά στην εγκυμοσύνη,
- που εμφανίζουν σάκχαρο στα ούρα.
Πώς αντιμετωπίζεται
Μόλις διαγνωστεί ο διαβήτης κύησης, θα πρέπει να ξεκινήσει η θεραπεία με τη βοήθεια διαβητολόγου/ενδοκρινολόγου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι συμβουλές για μια ισορροπημένη διατροφή και ενός υγιεινού τρόπου ζωής αρκούν για τον έλεγχο του διαβήτη κύησης: διατροφή χαμηλή σε σάκχαρα ταχείας και βραδείας απορρόφησης, πλούσια σε λαχανικά και φυτικές ίνες, ήπια σωματική δραστηριότητα προσαρμοσμένη στην εγκυμοσύνη (κολύμπι, περπάτημα κ.λπ.). Εάν τα μέτρα αυτά δεν αποδώσουν, μπορεί να συνταγογραφηθούν ενέσεις ινσουλίνης, καθώς τα συμβατικά αντιδιαβητικά φάρμακα αντενδείκνυνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Τα καλά νέα είναι ότι σε περισσότερο από το 90% των περιπτώσεων, ο διαβήτης κύησης εξαφανίζεται κατά τον τοκετό. Ωστόσο, είναι απαραίτητο (48 ώρες μετά τον τοκετό) να ελέγχονται τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα (με λήψη σταγόνας αίματος από το δάχτυλο 6 φορές την ημέρα για 2 ημέρες). Στη συνέχεια, η από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη θα πρέπει να επαναληφθεί 3 μήνες μετά τον τοκετό για να ελεγχθεί ότι η νόσος έχει εξαφανιστεί. Τέλος κάθε γυναίκα που έχει εμφανίσει διαβήτη κύησης θα πρέπει να εξετάζει το σάκχαρό της μία φορά το χρόνο, διότι ο διαβήτης κύησης αποτελεί παράγοντα κινδύνου για διαβήτη τύπου 2.